Translate Fundamental To Grieks

Babylon NG

De volgende generatie van vertaling!

Nu downloaden – 't Is gratis

Brontaal

Doeltaal

βασικός, θεμελιώδης


θεμελιώδης, βασικός

fundamental θεμελιώδης συνιστώσα

(Math). θεμελιώδης (Lex**) θεμελιώδης (Lex*) θεμελιώδης (δικαιώματα)

Επίθ. βασικός, θεμελιώδης//
ουσιαστικός, //
στοιχειώδης, πρωταρχικός//
θεμελιώδης αρχές, στοιχεία (πληθ.)

θεμελιώδης


Translate the Engels term fundamental to other languages